συνοπτικός

συνοπτικός
η , ό[ν]
1) конспективный; краткий, сжатый;

συνοπτική έκθεση — конспект, краткое изложение; — краткий доклад;

2) синоптический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "συνοπτικός" в других словарях:

  • συνοπτικός — seeing the whole together masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοπτικός — ή, ό / συνοπτικός, ή, όν, ΝΜΑ [σύνοπτος] 1. συγκεφαλαιωτικός, περιληπτικός 2. σύντομος, βραχύς («συνοπτικός πίνακας») νεοελλ. φρ. α) «συνοπτικά ευαγγέλια» τα τρία πρώτα ευαγγέλια τής Καινής Διαθήκης, το κατά Ματθαίον, το κατά Μάρκον και το κατά… …   Dictionary of Greek

  • συνοπτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που εύκολα μπορεί να φανεί στο σύνολό του, ο περιληπτικός: Υπέβαλε μια συνοπτικήέκθεση των όσων έχουν γίνει. – Τους ζητήθηκε να αποδώσουν συνοπτικά το νόημα του κειμένου. 2. σύντομος: Μετά από συνοπτική διαδικασία εκδόθηκε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνοπτικώτερον — συνοπτικός seeing the whole together adverbial comp συνοπτικός seeing the whole together masc acc comp sg συνοπτικός seeing the whole together neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοπτικόν — συνοπτικός seeing the whole together masc acc sg συνοπτικός seeing the whole together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοπτικώτατα — συνοπτικός seeing the whole together adverbial superl συνοπτικός seeing the whole together neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοπτικώτατον — συνοπτικός seeing the whole together masc acc superl sg συνοπτικός seeing the whole together neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οπτικοακουστική εκπαίδευση — Συνοπτικός όρος που χαρακτηρίζει σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας, που οι αρχές τους βρίσκουν εφαρμογή στην βιομηχανία, στην οργάνωση των επιχειρήσεων, στις στρατιωτικές υπηρεσίες και στον τομέα των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Υλικά που θεωρούνται… …   Dictionary of Greek

  • συνοπτικοῖς — συνοπτικός seeing the whole together masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοπτικούς — συνοπτικός seeing the whole together masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοπτική — συνοπτικός seeing the whole together fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»